Διαφημήσεις

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Ψήγματα Κληματιανῆς ἱστορίας καὶ ὄχι μόνο... (β΄ μέρος)


 ἡ Ἀναχώρηση...

Δὲ γνωρίζω πόσοι ἀπὸ τοὺς παλιότερους Κληματιανοὺς θυμοῦνται μὲ ἱερὸ δέος καὶ βαθειὰ ὀδύνη τὴ μέρα ποὺ σφαλίσανε τὴν πόρτα τοῦ παλιοῦ τους τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἀναχώρησαν γιὰ τὸ Ἔλιος, ὅπου τοὺς περίμενε τὸ νέο τους σπιτικό καί, φυσικά, τὸ καινούριο τους  τὸ χωριό. Ἀναρωτιέμαι, χρόνια τώρα, πὼς συντελέστηκε αὐτὴ ἡ ἀναχώρηση καί, κυρίως, πὼς λειτούργησε ὁ ψυχισμὸς τῶν  ἀνθρώπων ἐκείνων, τὶς στιγμὲς τὶς κορυφαῖες τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ: τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τῆς παλιᾶς τους κατοικίας, τῆς σιωπηλῆς γειτονιᾶς, τοῦ περιβάλλοντος ποὺ τοὺς ἀναθρεψε. Ἀναρωτιέμαι καὶ προσπαθῶ νὰ σιμώσω μυστικὰ ἐκεῖνες τὶς στερνὲς στιγμὲς ποὺ πέρασαν στὸ παλιό τους τὸ σπίτι, λίγο πρὶν τὴ μικρή, ἔστω,  ἀποδημία τους...

Γιατὶ ἀποδημία εἶναι τὸ ν᾿ ἀφήνεις τὸν τόπο σου, τὸ σπίτι σου, τὶς παλιές σου συνήθειες καὶ νὰ πηγαίνεις κάπου ἀλλοῦ, σὲ νέα κατοικία, νέα γειτονιά, διαφορετικό περιβάλλον. Σκέφτομαι, λοιπόν, τὴ στερνὴ βραδυὰ στὸ παλιὸ τὸ σπίτι, στὸ παλιὸ τὸ χωριό, μὲ τοὺς γνώριμους τοὺς ἤχους στὴ γειτονιά, μὲ τὸ στερνὸ τὸ δεῖπνο σιμὰ  στἠ σβυσμένη παραστιά, στὸ λησμονημένο τὸ τραπέζι. Κι ὕστερα τὸν στερνὸ τὸν ὕπνο στὴ κάμαρη ποὺ μυρίζει ναφθαλίνη καὶ ἀνασες τῶν παλιῶν τῶν ξύλων τοῦπετσώματος ἤ τοῦ ταβανιοῦ...

Μέχρι νὰ ξημερώσει... Νὰ δοῦνε τὰ μάτια γιὰ μιὰν ἀκόμη φορὰ τὴ Σκιάθο καὶ τὴν Εὔβοια ἀπέναντι νὰ χωνεύουν μέσα στὴν πρωϊνὴ τὴν ὀμίχλη  κι ὕστερα  ὁ ἦχος ὁ ξερὸς τοῦ κλειδιοῦ στὴ θύρα ποὺ κλείνει. Ποὺ κλείνει μιὰ ζωὴ χρόνων ἰκανῶν,  ἀφήνοντας μέσα τὴ σιωπὴ καὶ τὶς μνῆμες, γιὰ νὰ συντροφεύουν τὰ παλιὰ ξεχασμένα κάδρα, τὰ λίγα πράγματα καὶ κυρίως τὶς σκιὲς τῶν ὅσων ἔζησαν σ᾿ ἐκεῖνο τὸ σπίτι... Γενιὲς ὁλοκληρες, ποὺ πέρασαν τὴ ζωή τους σιμὰ σὲ τοῦτο τὸ σβυσμένο παραγώνι, μὲ φορτία πολλὰ καὶ μεγάλα ἀπὸ φαρμάκι καὶ ὀδύνη, ποὺ τὰ στόλιζαν, ὅποτε τύχαιναν,  κάτι μικροχαρές, κάποιες χαμογελαστὲς ἀνάσες, λιγοστὲς ὠστόσο καὶ σύντομες πολύ. Ἀνάσες ἀπὸ γιορτάδες, ὅπως τὰ Χριστούγεννα, τὸ Πάσχα, τῆς Παναγιᾶς, τῆς Ἀποκριᾶς, ὀνομαστικὲς γιορτές, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κάποιες παντρειές. Καὶ πίσω ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ οἰ θλίμένες ὧρες τῶν θανάτων, τῶν ξενιτεμῶν, τῶν ἀγωνιῶν τῆς στυγνῆς καθημερινότητας...Σὲ λιγο ἡ νέα κατοικία ὑποδέχεται τοὺς ἀναχωρητὲς...

Τώρα πιὰ μιὰ νέα πραγματικότητα δημιουργεῖται, μὲ νέες συνήθειες, νέα γειτονιά, καινούριες μυρωδιές καὶ διαφορετικὴ θέα. Ἡ θάλασσα,  ποὺ πρῶτα τὴν ἀγνάντευαν ἀπὸ ψηλά,  εἶναι πιὰ σιμά τους... Νὰ τοὺς ταξιδεύει μαζὶ μὲ τὶς ὅσες ἀναμνήσεις θὰ πασπαλίζουν κάθε βράδυ τὰ ὄνειρά τους ἤ θὰ ἀνεβαίνουν μὲ τὸ σύθαμπο τῶν βουρκωμένων ματιῶν, ὅταν σὲ ὧρες νοσταλγίας θὰ θυμοῦνται τὸ σφραγισμένο τὸ σπίτι, τὴ σιωπηλὴ τὴ γειτονιὰ καὶ τὸ χωριὸ ποῦ σιγὰ-σιγὰ θὰ τὸ κατοικήσουν ἄλλοι ἄνθρωποι, μὲ ἄλλες συνήθειες, μὲ διαφορετικὸ ἐντελῶς ψυχισμὸ ἀπὸ ἐκεῖνο τῶν πατέρων μας. Γιατὶ ἔτσι εἶναι πιά..
(συνεχίζεται...)

π. κ. ν.κ

Δεν υπάρχουν σχόλια: