Διαφημήσεις

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Λησμονημένες Χριστουγεννιάτικες κάρτες

Μέσα σὲ σχεδὸν λησμονημένους  φακέλους, ποὺ περιέχουν παλιὰ  γράμματα ἀγαπημένων προσώπων, σώζονται  καὶ κάποιες ἑορταστικές,  εὐχετήριες κάρτες, ποὺ στάλθηκαν ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ ἐδῶ καὶ πενήντα ἤ ἑξήντα χρόνια μὲ τὴν εὐκαιρία τῶν ἑορτῶν τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου.

Ἴσως γιὰ κάποιους αὐτὰ τὰ νοσταλγικὰ τεκμήρια νὰ μὴν ἔχουν καμμία ἀπολύτως σημασία, ἀφοῦ στὶς μέρες μας κυκλοφοροῦν πλῆθος ἀπὸ αὐτές τὶς κάρτες, ποὺ εἶναι  κάθε εἴδους καὶ ἀνάλογης χρηματικῆς ἀξίας. Ὅμως αὐτὲς οἱ παλιὲς οἱ κάρτες ἔχουν ἄλλο εἰδικὸ βάρος, γιατὶ κλείνουν μέσα τους  ἀξίες ἐπενδυμένες μὲ ὄνειρα καὶ ἐλπίδες πολλές. Γιατὶ ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ εἰκονίζουν, μιλοῦσαν στὴν παιδικὴ ψυχὴ μὲ μιὰ γλώσσα μυστική, γόνιμη καὶ ντυμένη τὴν αἰσιοδοξία: Κάτι δηλαδή ποὺ ἀναφτέρωνε τὸ εἶναι καὶ γέμιζε τὸν ὕπνο καὶ τὶς μέρες αὐτὲς τὶς γιορταστικές, μὲ φαντασία, ἐρωτήματα, ἀλλὰ καὶ περιέργεια.

Μὲ λίγα λόγια, στὴν παιδικὴ ψυχὴ οἱ εἰκόνες ποὺ ἦταν τυπωμένες στὸ χαρτί, ταξίδευαν τὸ νοῦ κάπου μακρύτερα ἀπὸ τὸ φτωχικό μας τὸ χωριό, γιὰ τὸ ὁποῖο ἦταν ξένες καί, φυσικά, ἀπρόσιτες. Ὅπως ἀπρόσιτες ἦταν καὶ σὲ μᾶς τὰ χωριατόπαιδα τῆς δεκαετίας τοῦ 1950. Γιατὶ τὸ χωριὸ μας τότε ἦταν δίχως ἠλεκτρικό, σχεδὸν πρωτόγονο, ὡστόσο μὲ μιὰ γνήσια βιοτὴ ποὺ ὅλες αὐτὲς οἱ είκονες ποὺ ἔρχονταν ἀπ᾿ ἔξω,  νὰ φαίνονται παράξενες, ψεύτικες, εἰκόνες ἑνὸς ἄλλου κόσμου. Τἰς κοιτούσαμε, λοιπόν, μὲ ἔκσταση καὶ φαντασία μεγάλη, γιατὶ ἔμεῖς στὰ σπίτια μήτε δέντρα χριστουγεννιάτικα στολίζαμε, μήτε καὶ δῶρα εἴχαμε νὰ λάβουμε. Μόνο τὰ κάλαντα περιμέναμε, γιὰ νὰ μαζέψουμε λίγες δραχμές, νὰ τὶς πᾶμε μετὰ στὸ σπίτι... Καὶ νὰ κρατήσουμε κι ἐμεῖς κανένα πενηνταράκι, νὰ πάρουμε βόλους καὶ νὰ παίξουμε.

Ὅμως οἱ καρτες ἐκεῖνες εἶχαν κι ἄλλο σκοπό, πολὺ τρυφερό, ἀνθρώπινο καὶ συνάμα νοσταλγικό. Γιατὶ μ᾿ αὐτὲς στόλιζαν τὰ ράφια στὸ τζάκι ἤ τὶς βάζανε στὸ τραπέζι δίπλα στὶς φωτογραφίες τῶν ξενιτεμένων, ὥστε νὰ νομίζουν ὅτι τέτοιες χρονιάρες μέρες εἶναι σιμά τους καὶ κυκλώνουν τὸ γιορταστικὸ τραπέζι... Χώρια ποὺ κάθε Ἁη Βασιλέιου τοὺς ἀφιερώνεται κουλούρα ἑορταστική, λὲς καὶ θὰ τὴν ἔπαιρναν στὰ χέρια τους. Φυσικὰ ὑπάρχει καὶ κάτι ἀκόμη: Ὅτι μὲ τὶς καρτες αὐτὲς γίνεται γνωστὸ στοὺς οἰκείους τοῦ ξενιτεμένου ὅτι δὲν τοὺς λησμόνησε...Τοὺς ἔχει ἔγνοια.

Τὰ χρόνια πέρασαν.Τώρα πιὰ ὅλα ὅσα βλέπαμε τότε σὲ κάρτες εἶναι πιὰ δίπλα μας, στὰ σπίτια, στὰ καταστήματα, στοὺς δρόμους. Ἐκείνη δὲ ἡ ἀθωότητα παρῆλθε καὶ μαζὶ μ᾿ ἐκείνη καταργήθηκαν κι οἱ κάρτες ποὺ στόλιζαν τὰ ταπέζια ἤ τὴ «βγοῦ» στὴν παραστιά. Γιατὶ σήμερα ἐλάχιστοι καρατοῦν τὴ συνήθεια τῆς ἀποστολῆς ἑορταστικῶν καρτῶν, ἀφοῦ εἴμαστε στὴν ἐποχὴ τῶν λέγομένων e- mail ἤ τῶν ψυχρῶν μηνυμάτων μέσω τῶν φορητῶν τηλεφώνων. Ἑπομένως χάθηκαν καὶ τὰ ἔσχατα ἴχνη εὐαισθησίας καὶ συγκίνησης ποὺ προκαλοῦσαν ἐκεῖνες οἱ ἑόρτιες κάρτες, ποὺ πρέπει νὰ ὑπενθυμιστεῖ ὅτι ποτὲ δὲν ἔφταναν ἄδειες. Ὅλο καὶ κάποιο δολάριο θὰ τὶς συνόδευε, γιὰ νὰ ἀνακουφίσει, ἔστω καὶ στὸ ἐλάχιστο τὴν οἰκογένεια,ἀλλὰ καὶ ἀποτελέσει τὴν ἀφορμὴ γιὰ κάποιο εὐχετήριο ἀπὸ μέρους τοῦ παραλήπτη, ποὺ συνήθως ἦταν οἱ γονεῖς :  « πέτρα, γιέ μ᾿ νὰ πιάνεις κι μάλαμα νὰ γένιτι».
Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴ συγκινήσουν αὐτὲς οἱ καρτες καί, κυρίως, πῶς νὰ μὴ φυλαχτοῦν;

π. κ. ν. κ 

Δεν υπάρχουν σχόλια: