Διαφημήσεις

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Ξεχνιοῦνται, ἄραγε, ἐκεῖνες οἱ Πρωτομαγιές;

Κάποτε, σὲ ἄλλους καιροὺς καὶ χρόνους, τότε ποὺ ἡ ζωὴ ἦταν πιὸ ἁπλῆ, ἁνόθευτη ἀπὸ ἐξωτερικὲς παρεμβολές, οἱ ἄνθρωποι ξέρανε νὰ ζήσουν καὶ νὰ τιμήσουν τὶς γιορτές, τὶς μέρες τὶς καλές, ὅπως ἦταν καὶ εἶναι ἡ Πρωτομαγιὰ ποὺ ξημερώνει. Αὐτὴ ἡ λαμπρὴ ἡμέρα, ἡ κορύφωση τῆς Ἄνοιξης, τοῦ κάλλους, μὲ τὸ πασχαλινὸ τὸ φῶς νὰ τὴν καταυγάζει ἀκόμα, γιορτάζονταν ἀπό τοὺς παλιοὺς Κληματιανοὺς μὲ μιὰ χάρη ποὺ συγκινεῖ ἀκόμα...Γιατὶ  Πρωτομαγιὰ σήμαινε τὸ
βρασμένο φρέσκο γάλα μὲ τὰ πασχαλινὰ τὰ κουλούρια, τὸ ματσάκι τὰ λουλούδια μὲ κορυφαῖα τὰ μαγιάτικα τὰ τριαντάφυλλα καὶ τὸ κλαδὶ τῆς ἐλιᾶς ἔξω ἀπό τὴν πόρτα, πρωῒ- πρωΐ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑτοιμασία τοῦ κοφινιοῦ γιὰ τὸ σεργιάνι στὴν Ἁρμενόπετρα, ὅπου συνάζονταν οἱ χωρικοὶ γιὰ νὰ γλεντήσουν καὶ νὰ χαροῦν. Γιατὶ τοὺς περίμεναν πολλὲς καὶ κοπιαστικὲς δουλειές, ὅπως τὸ θέρισμα καὶ τὸ μάζεμα τῶν χορταριῶν γιὰ τὰ ζωντανά, τὸ πελέκημα τῶν πεύκων καὶ ἡ συλλογὴς τῆς ρετσίνας, κ. ἄ ἀκόμα. Σήμερα ὅμως, αὐτὴ τὴ χαρμόσυνη τὴ μέρα, ὄφειλαν νὰ τὴ χαροῦν σιμὰ στὴ θάλασσα, μὲ τοὺς μεζέδες, τὰ βρασμένα τ᾿ ἀβγά, τὸ φρεσκο τυρί, τὸ καλὸ τὸ κρασί, ἀλλὰ καὶ τὰ τραγούδια.

   «Ὁ Μάϊος μᾶς ἔφτασε/ἐμπρὸς βῆμα ταχύ/νὰ τὸν προϋπαντήσουμε/παιδιὰ στὴν ἐξοχή...»

Μελωδία ποὺ λέγονταν μὲ ὅλη τὴ μεγαλοπρέπεια καὶ τὸ βαθὺ τὸ βίωμα, ἐκεῖνο ποὺ μοναχα αὐτοὶ καταλάβαιναν. Γι᾿ αὐτὸ τὸ πρωΐ, μὲ τὴ δροσιὰ ἀκόμα ὅταν κινοῦσαν γιὰ τὴν Ἁρμενόπετρα μὲ τὰ ζῶα τους, τὰ μουλάρια καὶ τὰ γαϊδουράκια, μὲ φορτωμένα τὰ ἐφόδια καὶ πίσω τους δεμένη ἡ γίδα τους μὲ τὰ κατσικάκια νὰ τὴν ἀκολουθοῦν, ἔβλεπες τότε πρόσωπα χαρωπά, μὲ γιορταστικὴ διάθεση καὶ εὐχές,πολλὲς εὐχὲς στὸ στομα.
Κι ὅταν φτάνανε στὴν ἀκροθαλασσιά, στρώνανε  κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ ἄφηναν ὅλο τὸ κέφι καὶ τὴ χαρὰ νὰ ξεχυθεῖ μέσα στὴ θεϊκὴ ἀτμόσφαιρα τῆς ἄνοιξης καὶ τῆς δόξας τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ κορυφώνονταν ἐκεῖνες τὶς ὧρες.
      Παρέες-παρέες ὁ κόσμος. Καὶ στὴ θάλασσα οἱ βάρκες καὶ τὰ βενζινάκια κόβανε βόλτες, στολισμένα στὴν πλώρη μὲ μεγάλα μπουκέτα λουλούδια ἤ ἁπλᾶ στεφάνια...
Ἀλλὰ ἠ εὐθυμία δὲν ἔπαυε καὶ στὸ γυρισμὸ τὸ ἀποβραδο, ὅπου τὰ τραγούδια δὲ σταματοῦσαν, μήτε κι οἱ εὐχές. Πολλὲς εὐχές, καρδιακὲς εὐχές, χωρὶς τελειωμό καὶ ὑποκρισία.
Μέχρι ποὺ ἦρθε ἔνας ἄλλος καιρός, ὅπου ἡ Ἁρμενόπετρα περιφρονήθηκε, ἡ χαρὰ τῆς Πρωτομαγιᾶς μαράθηκε, ἐξατμίστηκε τὸ γνήσιο κέφι καὶ τὸ γλέντι ἔπαψε νὰ ἔχει ἐκεῖνον τὸν αὐθορμητισμό καὶ τὴν ἀρχοντιά. Τὴν ἀρχοντιὰ ποὺ τὴν ἐκφράζει ἡ ἁπλότητα, ἡ καλωσύνη καὶ ἡ φιλοτιμία: στοιχεῖα ποὺ σήμερα σπανίζουν ὅπως κι οἱ Ἄνρωποι. Μὲ Α κεφαλαῖο.

π.κ.ν.κ      



Δεν υπάρχουν σχόλια: